ἄγγαρος

ἄγγαρος
Grammatical information: m.; rarely also adjectively, e. g. ἄγγαρον πῦρ `signal fire' (A. Ag. 282).
Meaning: `Persian mounted courier' (X.).
Origin: LW [a loanword which is (probably) not of Pre-Greek origin]
Etymology: Of Persian origin? Exact source unknown. Not to Akkad. agru `hired man', s. Eilers, IIJ 5 (1962) 225; Happ Gl. 40 (1962) 201. On the subject Rostowzew Klio 6, 249ff., Schmitt Glotta 40 (1971) 97-100.
Page in Frisk: 1,7-8

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • άγγαρος — ἄγγαρος, ο (Α) 1. βασιλικός έφιππος ταχυδρόμος στην Περσία. Οι άγγαροι βρίσκονταν σε ορισμένους σταθμούς σε όλη τη χώρα και είχαν το δικαίωμα να επιβάλλουν καταναγκαστική εργασία για να μεταφερθούν οι βασιλικές παραγγελίες 2. (ως επίθ. στη φρ.)… …   Dictionary of Greek

  • ἄγγαρος — mounted courier masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άγγαρος ή αγγαρήιος — (από την περσ. λέξη άγκαρ = αγγελιαφόρος, γραμματοφόρος). Στην Περσία ονομαζόταν έτσι o έφιππος ταχυδρόμος των βασιλικών παραγγελιών. Το όνομα αυτό είχε και o «εκ διαδοχής αγγελιαφόρος», που ήταν ταχυδρόμος με άλογο του δημοσίου που το… …   Dictionary of Greek

  • ἀγγάρου — ἄγγαρος mounted courier masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγγάρους — ἄγγαρος mounted courier masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγγάρῳ — ἄγγαρος mounted courier masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄγγαροι — ἄγγαρος mounted courier masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄγγαρον — ἄγγαρος mounted courier masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγγαρεύω — (Α ἀγγαρεύω) επιβάλλω αναγκαστική και δίχως αμοιβή εργασία νεοελλ. αναθέτω σε κάποιον ενοχλητική δουλειά, επιφορτίζω αρχ. αναγκάζω κάποιον να υπηρετήσει ως άγγαρος, δηλ. ως ταχυδρόμος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἄγγαρος. ΠΑΡ. αρχ. ἀγγαρεία μσν. ἀγγαρευτής.… …   Dictionary of Greek

  • Angary — (Lat. jus angariae ; Fr. droit d angarie ; Ger. Angarie ; from the Gr. polytonic|ἀγγαρεία, (angaria) , the office of an polytonic|ἄγγαρος, courier or messenger), the name given to the right of a belligerent (most commonly, a government or other… …   Wikipedia

  • Angaria (Roman law) — Angaria (from polytonic|ἄγγαρος, the Greek form of a Babylonian word adopted in Persian for mounted courier ), a sort of postal system adopted by the Roman imperial government from the ancient Persians, among whom, according to Xenophon (Cyrop.… …   Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.